Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

''ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑ''. ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΕΝΟΣ ΥΙΟΘΕΤΗΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙ' ΑΥΤΟ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ ΑΞΙΖΕΙ!

Το γράμμα αυτό μπορεί να ήλθε από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, από οποιονδήποτε υιοθετημένο σε οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό που εκφράζει έχει σημασία. Κι αυτό που εκφράζει είναι το ίδιο το δυνατό γεμάτο παράπονο και θλίψη συναίσθημα ενός υιοθετημένου που δεν γνωρίζει, και ίσως να μην δει ποτέ την μητέρα που της οφείλει την ζωή και να της ανταποδώσει το ιερό δώρο της ζωής με ατελείωτη uncondition love,  με την ανιδιοτελή αγάπη.
Ένας Γολγοθάς που ανεβήκαμε όλοι μόνοι μας κρύβοντας, τον πόνο, τον λυγμό την λαχτάρα μέσα μας για να μην μας πουν όλοι αχάριστους η ψυχικά διαταραγμένους. Προσφωνήσεις που μας έμαθαν να κρατάμε τον πόνο και το δάκρυ μυστικά, μέσα στην πληγωμένη και τραυματισμένη ψυχή μας. Ο Θεός να συγχωρέσει αυτούς τους λίγους που έκαναν τόσο πολύ κακό σε τόσους πολλούς. Το γράμμα είναι γραμμένο με ψευδώνυμο που είναι όμως τόσο αληθινό. Γι αυτούς που ''ξέρουν'' είναι το γνωστό ψευδώνυμο και το ''πρώτο'' όνομα που ''κάποιοι'' έδιναν σε παιδιά σαν κι εμάς! Το πρώτο ''εικονικό όνομα'' που εξαφάνιζε για πάντα τις πραγματικές ταυτότητες μας και όλα τα εγκλήματα που είχαν γίνει πριν από  τις αλλαγές αυτές! Η πρώτη μεγάλη απάτη στα πρώτα βήματα της ζωής μας! Και η πορεία στο άγνωστο και στο ψέμμα ήταν πια δεδομένη. Η πλαστή μας ταυτότητα του ''εκθέτου'' παιδιού που έμελλε να σφραγίσει και να στοιχειώσει την υπόλοιπη ζωή μας!





Μάνα μου,

Δεν έχω που αλλού να ρίξω τον πόνο μου, δεν τολμώ να ανοίξω πια το στόμα μου, να πω τι; Έτσι λοιπόν τα γράφω σε σένα. Εσένα που δεν γνώρισα ποτές μου, εσένα που στερήθηκα από την μέρα που με καταράστηκαν οι μοίρες μου να έρθω σε τούτη την ζωή. Εσένα που για χάρη σου πείνασα, για το γλυκό σου όνομα ξενύχτησα σε σκαλοπάτια ξένα, σύρθηκα στα γόνατα παρακαλώντας, έμεινα μόνος. Ότι είχα το έχασα για σένα. Μεγάλωσα μέσα σε τόσα λεφτά, σε τόσες ανέσεις. Και όμως στο άκουσμα σου , στο άκουσμα ότι κάπου θα μπορούσα να σε βρω τα κλώτσησα όλα μέσα σε ένα λεπτό και έτρεξα να σε βρω. Στερήθηκα μάνα, και έφτασα να σέρνομαι από δρόμο σε δρόμο και από στενό σε στενό για χάρη σου. Να ήξερες πόσοι χάρηκαν και πόσοι γέλασαν μαζί μου, να ήξερες πόσοι δεν γύρισαν καν να με κοιτάξουν εκείνο τον καιρό, νάξερες πόσες κατάρες άκουσα γιατί ήθελα να σε βρω, μόνο νάξερες. Έφαγα τα χρόνια μου σε σκαλοπάτια και ανάμεσα σε κόσμο ξένο, σύρθηκα στα γόνατα και παρακάλεσα άτομα που δεν θέλησαν να ξέρουν τον πόνο μου για σένα. Από τα 13 μου χρόνια μάνα. Δεν ξέρεις εσύ τον πόνο από την ξένη αγκαλιά. Δεν μου έλειψαν τα λεφτά μάνα μου, ούτε η καλοπέραση, όχι αυτά τα είχα και με το παραπάνω. Μόνο που ήταν ψεύτικα, όλα, και είχα βαρεθεί το ψέμα. Για αυτό τον λόγο ξόδεψα το αίμα της καρδιάς μου καρδιά μου, για αυτό τον λόγο βγήκα στους δρόμους να σε ψάξω. Και εκεί στα πεζοδρόμια και στα νοσοκομεία, στα ορφανοτροφεία και τα ληξιαρχεία έφαγα τα χρόνια μου. Και αγόραζα και πάλι ψέματα. Κανείς δεν ήξερε την δική μου αλήθεια, κανείς δεν θέλησε να δει τον καημό της ψυχής μου.. Άλλοι γέλασαν, άλλοι μου είπαν ότι δεν υπάρχει τίποτα, άλλοι με κορόιδεψαν μάνα μου. Πού έκανα λάθος; Γιατί ; ποια λάθη πληρώνω εγώ;
37 χρόνια στέρεψα, να σε ψάχνω στα στενά και στα καλντερίμια του κόσμου. Πόσες φορές έπεσα στα γόνατα μάνα μου, και παρακαλούσα για μια πληροφορία. Δεν τα ξέρεις εσύ αυτά μάνα. Τριάντα εφτά  χρόνια, δεν θυμάμαι από παιδί να ξάπλωσα να κοιμηθώ με στεγνά μάτια. Να λέω μάνα και να μην έχει νόημα, να νιώθω ξένα χέρια πάνω στο κορμί μου να με αγκαλιάζουν και να νιώθω το μαχαίρι να μπαίνει βαθειά μέσα μου. Έτσι όπως τα λέει το τραγούδι είναι μάνα, τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια. Δεν τα ξέρεις εσύ αυτά μάνα μου. Και σε έχασα και χάθηκα ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, και είχα ανάγκη να σε δω, να σε βρω μάνα μου. Και πέρασαν τα χρόνια, και όλοι όσοι άκουγαν την ιστορία μου, μέσα τους γελούσαν με τον πόνο μου μάνα μου, δεν τα ξέρεις εσύ αυτά.  Και γέρασα πια μάνα μου, και τα χρόνια που ήρθαν δεν ήσαν καλύτερα από εκείνα που έφυγαν, όπου και να πήγα ότι και να έκανα εσένα είχα πάντα στο μυαλό μου.  Κάτι έπρεπε να λέω, κάτι έπρεπε να πω όταν με ρωτούσαν για σένα μάνα μου, και χάθηκα ανάμεσα στο ψέμα, δεν μπορούσα άλλο να με βλέπουν και να με λυπούνται, ούτε να γελάνε πίσω από την πλάτη μου. Και χάθηκα μάνα μου μέσα σε μια φτιαγμένη ιστορία, δεν τα ξέρεις εσύ αυτά μάνα μου.  Και γέρασα όπως σου είπα, και χάθηκαν οι ελπίδες μου, έσβησαν όλα μου τα όνειρα. Και έμεινα μόνος μάνα μου.  Που να τα μάθεις εσύ όλα αυτά;
Προσπάθησα μάνα , πάλεψα με όσες δυνάμεις είχα, δεν τα κατάφερα. Πόνεσε και πονάει η ψυχή μου, δεν τα ξέρεις εσύ αυτά μάνα μου, ούτε που τα υποψιάστηκες ποτέ.
Πέθανα μάνα μου στα 13 και ακόμα να με θάψουν.  Ξέρω πως πια δεν θα σε βρω, ας είσαι καλά εκεί που είσαι μάνα μου, και  μακάρι  να μην μάθεις ποτέ πόσο ακριβά πλήρωσα την απουσία σου. Είπα πως θα περάσουν χρόνια και θα ξεχάσω, αν όχι , ίσως ο πόνος δεν θα είναι ο ίδιος. Και πέρασαν τα χρόνια μάνα μου, και ο πόνος δεν σταμάτησε, όχι μόνο δεν σταμάτησε αλλά έγινε πιο δυνατός, και πιο βαθύς, και δεν έχω που να ρίξω πια τον πόνο μου μάνα. Κάποτε ζούσε με το όνειρο να σε βρω και να σε αγκαλιάσω, τώρα που πια δεν ζω, απλά υπάρχω, ελπίζω στον θάνατο να μας ενώσει. και είμαι πολύ κοντά μάνα, πολύ κοντά. Είναι καιρός που το έχω βάλει στο νου μου και δεν μπορώ να το βγάλω, να φύγω μάνα, να φύγω πριν ντροπιαστώ κι’άλο . πόσες φορές με ρωτούσαν για την μάνα μου, για τον πατέρα μου και δεν είχα απάντηση μάνα, πόσες φορές είπα ψέματα για σένα και για τον πατέρα μου, για να κρύψω τον πόνο μου.. Δεν ήθελα να γελάσουν άλλοι πάνω στον πόνο μου μάνα. ‘Επαψα πια μάνα να σε ψάχνω, η ψυχή μου πέθανε στα σκαλοπάτια των ορφανοτροφείων, δεν αντέχω άλλο πόνο πια μάνα. Πριν μάθω το μεγάλο κακό που μου έκαναν, το κλάμα και το δάρκωμα τα μάτια μου δεν το ξέραν. από την μέρα που το έμαθα δεν κοιμήθηκα μάνα, στο ορκίζομαι, δεν κοιμήθηκα μια νύχτα ολόκληρη. Εκεί που πάει να με πάρει ο ύπνος, να ξεκουράσω λίγο την ψυχή μου, πετάγομαι ιδρωμένος, σαν να μου τελειώνει η ανάσα. Και δεν είναι αυτό μάνα, μου λείπεις εσύ.   Ξέρεις μάνα πεθαίνω και δεν ξέρω ποια ημερομηνία θα γράψουν στον τάφο μου. Δεν γιόρτασα ποτέ γενέθλια γιατί δεν ξέρω την μέρα που γεννήθηκα. Βρήκαν μια ημερομηνία που βόλευε, και μου την έδωσαν. Τόση κατάρα μάνα μου;  Δεν μπορώ να πω τίποτα άλλο πια μάνα. Και τράβηξα σε χώρες ξένες μάνα μου,  εκεί που ο πόνος περισσεύει , και προσπαθώντας να γιατρέψω τον δικό τους πόνο ίσως να ξεχνώ για λίγο τον δικό μου. Ποιος να σου τα πει όλα αυτά μάνα μου;
Και έμεινα εκεί μάνα μου, ανάμεσα στον πόνο τον θάνατο και την ορφάνια, και γίνομαι μάνα και πατέρας και γιατρός, στα παιδάκια και στα ορφανά, στους πονεμένους και τους τραυματίες. Αλήθεια μάνα δεν ξέρω πια τι πονάει περισσότερο, η ορφάνια, ή η σφαίρα.
Αυτά ήθελα να σου γράψω μάνα μου, αυτά που δεν τόλμησα να πω ούτε στον εαυτό μου. Ο Θεός να σε έχει καλά όπου και νάσαι.

ΑΝΝΙΒΑΣ


Θα μπορούσα να σχολιάσω το γράμμα αυτό όμως δεν μπορώ! Ίσως γιατί είναι τόσο εύγλωτο και αληθινό, από μόνο του, και εισχωρεί όχι απλά μέσα στο κόκκαλο αλλά στο μεδούλι των όσων γνωρίζουν και βιώνουν τον ίδιο καϋμό! Ισως γιατί γνωρίζω προσωπικά τον υιοθετημένο, τους αγώνες και τις πολύχρονες προσπάθειες  του να φτάσει στην αλήθεια και την μητέρα που χρόνια τώρα αναζητά.
Ακόμη δεν μπορώ να σχολιάσω γιατί σέβομαι τον υιοθετημένο, τον άνθρωπο, τον γιατρό που αφιέρωσε την ζωή του να βοηθά τους κατατρεγμένους και τους απόκληρους της γης! 
Σε χώρες που μαίνεται ο πόλεμος και περισσεύει ο θάνατος  και η οδύνη για να προσφέρει εκείνος, με κίνδυνο της δικής του ζωής την παρρηγοριά και την σωτηρία στους κυνηγημένους. Φροντίζει πληγωμένους, συντρέχει τους αρρώστους, σώζει ανθρώπινες ζωές! Στην καρδία της πιο επικίνδυνης εμπόλεμης ζώνης όπου το αίμα χιλιάδων, χρόνια τώρα, δεν σταματάει να ρέει   ποτέ.  Πασχίζει να προλάβει να περιθάλψει και να φροντίσει όσους πιο πολλούς μπορεί! Για να μην νοιώσουν άλλα παιδιά την ορφάνια της δικής του ψυχής!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου